Αριστερά και αντεγκληματική πολιτική

της Σοφίας Βιδάλη

αναπληρώτρια καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής

– Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

πηγή: 11/6/12

Το έγκλημα δεν υπήρξε, ιστορικά, το αγαπημένο θέμα της αριστεράς στην Ελλάδα. Οι λόγοι ειναι πολλοί αλλά  υπερβαίνουν το σκοπό του παρόντος κειμένου. Ομως, αυτή η τάση είχε συχνά ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, την κατά κανόνα «καθήλωση» των ελάχιστων σχετικών αναλύσεων σε περιγραφικές ή παρωχημένες προσεγγίσεις του εγκληματικού φαινομένου σε σύγκριση με  άλλες χώρες (Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ κλπ). Οι πρόσφατες, ωστόσο, μεταβολές στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος, φαίνεται ότι θέτουν επιτακτικά στην αριστερά ένα πλαισιο «προκλήσεων» σχετικά με το τι το καινούργιο θα μπορούσε να φέρει μια κυβέρνηση της αριστεράς στην  αντιμετώπιση του εγκλήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια τέτοια κυβέρνηση θα όφειλε πριν από όλα τα άλλα να αλλάξει τον κυρίαρχο λόγο και τις προτεραιότητες της αντεγκληματικής πολιτικής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Να  υπερβεί το φοβικά σύνδρομα που έχουν καλλιερηθεί στην κοινωνία, να στοχεύσει στην πραγματική ασφάλεια και όχι μόνον στο αίσθημα ασφάλειας του πολίτη, να αποδείξει ότι η άνοδος της εγκληματικότητας και της βίας δεν συνδέονται αποκλειστικά με την μετανάστευση αλλά κυρίως με την καθε είδους φτώχεια. Να αναπτύξει μια συγκροτημένη πολιτική προστασίας των θυμάτων του εγκλήματος και να προσεγγίσει την εγκληματικότητα στο σύνολό της.
Η πρόκληση και το στοίχημα για μια κυβέρνηση της αριστεράς είναι να κατορθώσει να αλλάξει την οπτική γωνία από την οποία προσεγγίζεται και αναλύεται η αντεγκληματική πολιτική ως τώρα και να αποκαλύψει τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα της ιδεολογικής βάσης που τη θεμελιώνει. Το δίλημμα «ασφάλεια ή ελευθερία» δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρχει σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Το πρόταγμα «σκοπιμότητα έναντι νομιμότητας» που επίσης κυριάρχησε, εκ των πραγμάτων κατέληξε ώστε η προστασίας της ασφάλειας (τίνος άραγε;) να τοποθετηθεί αυθαίρετα απεναντι στα δικαιώματα. Δημιουργήθηκε, έτσι, το το έδαφος όχι μονο για μια κλιμάκωση της καταστολής σε όλα τα επιπεδα, αλλά καλλιεργήθηκαν συνολικότερα φυγόκεντρες τάσεις από τη  νομιμότητα, αποδυναμώθηκε ο σεβασμός στη σχέση κράτους-πολίτη και ο νόμος έχασε την αξία του στη συνείδηση των πολιτών ως εργαλείο ρύμθισης συγκρούσεων ανάμεσα στους πολίτες και αναμεσα στους πολίτες και το κράτος.
Στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο εντάσσονται και οι αποψεις εκείνες που έχουν ταυτιστεί με τον «πόλεμο στο έγκλημα» και που, ρητά ή έμμεσα, θεωρούν ότι ο εγκληματίας είναι περίπου οντολογικά διαφορετικός από τον μη εγκληματία. Αλλά και οι απόψεις που θεωρούν ότι το έγκλημα είναι προϊόν ορθολογικής επιλογής, ότι ο εγκληματίας αποκομίζει κάποιο όφελος από τη διάπραξη του εγκλήματος. Αυτές οι αντιλήψεις αποφεύγουν να διερευνήσουν ανάμεσα σε ποιες άλλες επιλογές είχε καποιος να διαλέξει ώστε να αποφύγει το έγκλημα και υπό ποιές συνθήκες. Συγχέουν επίσης την εμπλοκή με το έγκλημα ως τρόπο ζωής με τους όρους διάπραξης μιας συγκεκριμένης πράξης. Πρόκειται για απόψεις που όχι μονον διαμορφώνουν στερεότυπα, αλλά ταυτόχρονα καλλιεργούν έναν άτυπο ή έκφρασμένο κοινωνικό ρατσισμό, ευνοούν μία τιμωρητική και αυταρχική ποινική πολιτική, προβάλλουν ως σημαντική μόνον μια πλευρά της εγκληματικότητας (εκείνη της βίαιης εγκληματικότητας του δρόμου και κατά κανόνα των φτωχών), συσκοτίζουν τη σημασία που έχει το οργανωμένο έγκλημα, τα οικομικού χαρακτήρα εγκλήματα των μεσοαστικών και αστικών στρωμάτων και θέτουν την εγκληματικότητα του Κράτους στο απυρόβλητο. Είναι οι ίδιες αποψεις που έχουν καταστήσει εδώ και χρόνια (και όχι μονον στην Ελλάδα) την Αστυνομία μοναδικό φορέα αντεγκληματικής πολιτικής, έχουν καλλιεργήσει το φόβο του εγκλήματος και τις συνεπακόλουθες συναινέσεις στην περίφημη μηδενική ανοχή (έστω και στην  ελληνική εκοδχή της) και έχουν ευνοήσει την ιδιωτική αγορά ασφάλειας, την αυτοδικία αλλά και την κλιμακούμενη υποκατάσταση της αστυνομίας από «αυθόρμητες» ομάδες ιδιωτών.
Εκτός των πραναφερθέντων, μία κυβέρνηση της αριστεράς σήμερα θα κληθεί να αποκαλύψει το εύρος της εγκληματικότητας και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, μέσα από την ανασυγκρότηση του συστήματος στατιστικών καταγραφών, αλλά και της ανάλυσης του εγκλήματος προς ενημέρωση και όχι εκφοβισμό της κοινωνίας (με λάθος, συγκεχυμένες και πάντως αναξιόπιστες στατιστικές για το ποινικό φαινόμενο στο σύνολό του). Υπό αυτό το πρίσμα είναι αναγκαίες και η προώθηση της κοινωνικής επιστημονικής έρευνας και η απομάκρυνση από το πρότυπο αντεγκληματικής πολιτικής που αναπτύσσεται με όρους αναλογιστικών μαθηματικών.
Είναι επιπλέον ανάγκη να διαμορφωθούν εκείνες οι συνθήκες στο εσωτερικό του ποινικο-κατασταλτικού συστήματος,  που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη μιας δημοκρατικής αστυνομίας, την ενίσχυση του έργου της ποινικής δικαιοσύνης, και τον εξανθρωπισμό του σωφρονιστικού συστήματος• πιο γενικά, οι συνθήκες που θα ανακόψουν τη σύνδεση της λειτουργίας του ποινικο-κατασταλτικου συστήματος με την κουλτουρα του «πολέμου στο έγκλημα».
Μια δημοκρατική αστυνομία θεμελιώνεται, μεταξύ άλλων, στην ομοιογένεια των όρων εισαγωγής και εκπαίδευσης του αστυνομικού προσωπικού,  στο σεβασμό των δικαιωμάτων του ίδιου του προσωπικού ήδη από το στάδιο της εκπαίδευσης, στον εκδημοκρατισμό της διαδικασίας επιλογής ηγεσίας, στην άρση των θεσμικών παραμέτρων που ευνοούν την ατιμωρησία μέσα στην αστυνομία, στην κατοχύρωση της δημόσιας λογοδοσίας της αστυνομίας μέσω της ουσιαστικής αποτίμησης και δημοσιοποίησης του έργου της και της πορείας της εγκληματικότητας, στην καλλιέργεια της πεποίθησης ότι επαγγελματισμός στην αστυνομία σημαίνει ότι η αστυνομία είναι μέρος και όχι υπεράνω της κοινωνίας και ότι οι σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πολίτες είναι μέρος του αστυνομικού έργου και δεν αφορούν μόνον τους στερεοτυπικά «καθώς πρέπει» πολίτες.
Η ενίσχυση του έργου της ποινικής δικαιοσύνης πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνει την πλήρη κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της δικαοσύνης από την πολιτική εξουσία, την ενίσχυση του δικαστικού σώματος σε προσωπικό, την αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος εισαγγελέων και δικαστικών λειτουργών (ώστε να καλλιεργούνται, όχι μονον πρακτικές για την εφαρμογή του γράμματος του νόμου, αλλά και η θεωρία για το πνεύμα του νόμου, ο πολιτισμός της πρόταξης της νομιμότητας έναντι της σκοπιμότητας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης κατά την απονομή δικαιοσύνης). Για τον ίδιο σκοπό, εξάλλου, είναι αναγκαία η δημιουργία δικαστικής αστυνομίας, η προώθηση της εφαρμογής των εναλλακτικών κυρώσεων, η προώθηση μέτρων απεγκληματοποιησης και αποποινικοποίησης συγκεκριμενων πράξεων – με άξονα τους νέους και ανήλικους και όχι μόνον-, όχι όμως υπό το πρίσμα εισπρακτικών αναγκών αλλά υπό το πρίσμα της   κονωνικής αποκατάστασης δραστών και θυμάτων.
Ο εξανθρωπισμός του σωφρονιστικού συστήματος είναι ανάγκη να περιλαμβάνει την ουσιαστική εκπαίδευση και την αναβάθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης του σωφρονιστικού προσωπικού, την αποσυμφόρηση των φυλακών με βάση όλα τα δικαιοκρατικά εχέγγυα, και μέσω  και της ανάπτυξης μιας ουσιαστικής μεταναστευτικής πολιτικής και μιας ρεαλιστικής πολιτικής για τα ναρκωτικά, που θα καλλιεργούν την κοινωνική αλληλεγγύη και όχι το κοινωνικό μίσος. Η προστασία της ασφάλειας και της υγείας του πληθυσμού που κρατείται ή εργάζεται στις φυλακές, η κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων στην πράξη, ο δικαστικός έλεγχος και εξορθολογισμός, όχι μόνον του συστήματος εκτέλεσης ποινών, αλλά και της διοίκησης των καταστημάτων κράτησης, η δημιουργία τέλος ουσιαστικής μετασωφρονιστικής πολιτικής, αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους που πρέπει να τεθούν στο επίκεντρο της σωφρονιστικής πολιτικής.
Ωστόσο, μια κυβέρνηση της αριστεράς θα όφειλε να παρέμβει εκεί που δεν έχει ακόμα εμπλακεί ή δεν μπορεί πάντα να εμπλακεί το ποινικο-κατασταλτικό σύστημα, δηλαδή στο επίπεδο της πρόληψης του εγκλήματος στο κοινωνικό πεδίο: Με την  «αποκάλυψη» και αναγνώριση της βίας –στην κοινωνία, την οικογένεια, στο σχολείο, στο γήπεδο και στον ελεύθερο χρόνο των νέων, στη σχέση μεταξύ των φύλων–, με την ενημέρωση, πραγματική συνδρομή και δημιουργία κοινωνικών θεσμών και πολιτικών που θα εξομαλύνουν τις κοινωνικές σχέσεις, θα προστατεύουν τη νεότητα, τους φτωχούς και τις κοινωνικά ευάλωτες μονάδες και θα αποτρέπουν τη δημιουργία γκέτο, πραγματικών ή συμβολικών.
Όμως, αυτό που τελικά νομίζω ότι θα όφειλε να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση της αριστεράς είναι μια γενικότερη αντίληψη, η οποία υπερβαίνει το ποινικο-κατασταλτικό σύστημα και έχει επικρατήσει στην ελληνική κοινωνία: την άποψη ότι όλες οι κοινωνικές σχέσεις οργανωνονται ή οφείλουν να οργανώνονται με οικονομικά κριτήρια. Πρόκειται για μία τάση που σηματοδότησε την κοινωνία της αγοράς, αποτελεί δε την κυριότερη έκφραση του νεοφιλελευθερισμού στη σχέση κράτους-πολίτη και καθορίζει και την αντεγκληματική πολιτική έως τώρα. Το μέλλον δεν αργεί.
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Αριστερή Κυβέρνηση;, Αριστερή Πολιτική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s