Για τη νεολαία σήμερα

του Άγγελου Γουνόπουλου

πηγή: Σχέδιο Ανοικοδόμησης

Η σύγκληση της νεολαίας -και κυρίως του τμήματος εκείνου που έχει την οικονομική άνεση να διαθέτει ελεύθερο χρόνο- με μία ναρκισσιστική συμπεριφορά είναι σήμερα προφανής. Η έξαρση της επιθυμίας για έκφραση και η ψευδαίσθηση της αυτονομίας ως εφικτών και απόλυτων δυνατοτήτων, οι οποίες πλέον δεν διεκδικούν από το κυρίαρχο σύστημα, αλλά αποτελούν απαιτήσεις του ίδιου του συστήματος, καθώς εγκαλεί τους ανθρώπους σε «χειραφέτηση» και «ανεξαρτησία», κατακλύζουν το σύνολο όλου του ιδεολογικοπολιτικού νεολαιίστικου φάσματος από τα πολύ «αριστερά», ακόμα και αναρχικά, έως πολύ δεξιά, κατοικώντας σε όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις της ιδεολογίας και κυρίως, υποτίθεται, εκτός της. Πού οφείλεται αυτή η έξαρση της επιθυμίας που με τις σημερινές δυνατότητες μεταφράζεται σε έναν ακραίο αυτοαναφορικό ατομικισμό και μία ακραία τάση για κατανάλωση σχέσεων, εικόνων, εμπειριών και δευτερευόντως, πλέον, υλικών προϊόντων;

Η διάλυση των συλλογικών αναφορών και ταυτοτήτων.

«Κάθε άτομο, αν το πάρουμε μεμονωμένο, συμμετέχει σε πολλές ψυχές των όχλων, ψυχή της φυλής του, της τάξης του, της θρησκευτικής του κοινότητας, του κράτους του και μπορεί επιπλέον να αποκτήσει ένα μερίδιο αυτονομίας και πρωτοτυπίας». Το μερίδιο αυτής της αυτονομίας ή ελευθερίας παραμένει μερίδιο, αφού υπάρχουμε μέσα σε σχέσεις και σε σημαντικό βαθμό καθοριζόμαστε και τις καθορίζουμε. Έτσι, υπάρχουμε μόνο ως κοινωνικά άτομα και ποτέ έξω από την κοινότητα με την οποία θεωρούμε ψευδώς ότι βρισκόμαστε άλλοτε σε σύμπλευση και άλλοτε σε αντιπαράθεση, κάτι που θα επέτρεπε – αν αυτό συνέβαινε – και την απόλυτη αυτονόμηση μας, άρα και την αμιγή αυτοεξουσίαση μας. Μία αυτοεξουσία, όμως, χωρίς πραγματική υπόσταση, καθώς την ίδια στιγμή που επιζητούμε τη δράση και την έκφραση ή ακόμα και την επιβίωση, πάλι σε κοινωνικές σχέσεις εμπλεκόμαστε και άρα σε σχεσιακούς περιορισμούς. Η έννοια της αυτονομίας, πλέον, μένει ως ευχή, ένας ευσεβής ανεκπλήρωτος πόθος, που εξαιτίας της ψευδαίσθησής της μας απαγορεύει να γευτούμε την ουσιαστική ελευθερία, που είναι η αποδοχή των ορίων που οι σχέσεις και η συνύπαρξη / συλλογικότητα / κοινωνικότητα θέτουν.
Η έξαρση της επιθυμίας και της έκφρασης ως δυνατότητας στο σημερινό κόσμο αποτελεί διεκδίκηση τόσο των φιλελεύθερων όσο και των αναρχικών, των αριστερών όσο και των δεξιών. Η δυνατότητα για κατανάλωση σχέσεων, συναισθημάτων, προϊόντων, τέχνης και ιδεών, δομεί την επιθυμία για την απόλαυση τους. Μέτοχοι σε αυτό το «τσιμπούσι» γίνονται όλοι, όχι μόνο επειδή οικονομικά ή θεσμικά μπορούν, αλλά κυρίως γιατί ο καπιταλιστικός νεοφιλελεύθερος κόσμος του πλουραλισμού και του δικού του «πολυπολιτισμού», τους εγκαλεί να συμμετάσχουν σε αυτό το «πλούσιο γεύμα». Η ευκαιρία το πρωί να ξυπνήσεις με κάποιο σύντροφο και το βράδυ με κάποιον άλλο, να διαβάσεις μαρξισμό σε μία ξαπλώστρα στη Μύκονο από περιοδικό life style, να επισκεφτείς στη σειρά το γυμναστή, τον καθοδηγητή γιόγκα και τον κοντινό σου πολυσινεμά, συγκροτώντας την προσωπική ταυτότητα από ένα σύνολο μικροταυτοτήτων είναι η σημερινή κατάσταση. (Είμαι ροκάς, που πιστεύει στο Χριστό, κάνοντας γιόγκα και διαβάζοντας Κοράνι, φορώντας μπλουζάκι Τσε, ψηφίζοντας Καραμανλή και πίνοντας μόνο amstel, ζώντας την κάθε μου στιγμή!)
H διάλυση της ισχυρής συλλογικής ταυτότητας δημιουργεί την ανάγκη ανάπτυξης της ενασχόλησης με τον εαυτό και τη συγκρότηση μίας ατομικής ταυτότητας που για να δομηθεί στο σχετικιστικό, δήθεν μεταμοντέρνο, κόσμο θα πρέπει να αναζητηθούν επιμέρους δευτερεύοντα στοιχεία από όλο το φάσμα δυνατοτήτων από το οποίο ουσιαστικά επιλέγουμε μικρές ιδιότητες για τη σύνθεση της προσωπικής μικροταυτότητας, και μοναδικότητας μας.

Το παιδί αναγνωρίζοντας την οντότητα του αλλά και το δικαίωμα των άλλων στην αυτονομία μέσα στους κοινωνικούς περιορισμούς της συνύπαρξης, κοινωνικοποιείται και δομεί κοινωνία, από την οποία πρωτίστως προέρχεται. Υπό την έννοια αυτή, η αυτοπραγμάτωση μας επιτυγχάνεται μέσα σε ενοποιημένα σύνολα που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, άρα και την κοινωνική δημιουργία τους, ως δική τους υπόθεση, μέσα στην οποία ορίζεται και αναδεικνύεται η ατομικότητα και η ελευθερία τους. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε είναι αυτονόητο πως η διάλυση κάθε ισχυρής ταυτότητας, έχει σαν αποτέλεσμα τη διάλυση της ατομικότητας και της αυτονομίας, ακόμα και της ελευθερίας μας. Στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο οι ισχυρές ταυτότητες διαλύονται μπροστά στη δόμηση του «μοναχικού πλήθους» που διέρχεται μέσα από ένα καταναλωτικό πρότυπο τις μικροκοινότητες της μουσικής, της διαλυμένης ιδεολογίας, της γεύσης και του θεάματος, τις οποίες εύκολα βαριέται και αλλάζει χαμένο στην ταυτότητα του τίποτα. Σήμερα ο νέος δεν χωράει πουθενά όχι γιατί θέλει να σπάσει τα όρια που τον πνίγουν αλλά γιατί δεν μπορεί να τα αναγνωρίσει.
Το υπερκαταναλωτικό πρότυπο του δυτικού ανθρώπου που κατακλύζει τα όνειρα μας που οραματίζεται ένα ακόμα πιο πολύπλοκο και δυνατολογικό μέλλον, έρχεται σε επαφή με το όνειρο για τάξη και ασφάλεια που οι σημερινές ταχύτητες και ιδεολογικές προτάσεις δεν φαίνεται να κομίζουν. Ο πολυπολιτισμός που φτιάχνεται με νεοφιλελεύθερη μαγιά στην εποχή της άπειρης δυνατότητας και της ψευδαίσθησης της αυτονομίας χωρίς όρια δεν φαντάζει να έχει καμία σχέση με τον πολυπολιτισμό του πεπερασμένου κόσμου, των περιβαλλοντικών και κοινωνικών ορίων του αληθινού κόσμου. Σήμερα ο πολυπολιτισμός είναι περισσότερο μια μη ταυτότητα, παρά μια ταυτότητα υπό την έννοια της άρσης κάθε ισχυρού αυτοπροσδιορισμού και χαρακτηρίζει πολλούς ανθρώπους, αλλά οπωσδήποτε το σύνολο των νέων ελίτ (όχι μόνο τις οικονομικές ελίτ). Και εδώ η ταξική ή ακόμα περισσότερο η εθνική συνείδηση δεν έχουν ιδιαίτερη θέση, καθώς «[…] ο πολυ ? πολιτισμός, τους ταιριάζει απόλυτα, γιατί συνδυάζει την εικόνα ενός παγκόσμιου παζαριού στο οποίο οι εξωτικές κουζίνες, τα εξωτικά στυλ ντυσίματος, η εξωτική μουσική, τα εξωτικά φυλετικά ήθη μπορούν να καταβροχθισθούν αδιακρίτως, χωρίς να χρειάζεται να ρωτηθούν κάποιοι και χωρίς καμία υποχρέωση». Οι νέες ελίτ, οι νέοι επιχειρηματίες, δίνουν το όνειρο στη νεολαία που επιζητά το σερφάρισμα στο διαδίκτυο, στις ανθρώπινες σχέσεις, στις γεύσεις και στο θέαμα. Η φετιχοποίηση του εμπορεύματος δομεί μία και μόνη αξία, αυτή της κατανάλωσης, όπου τα πάντα ξοδεύονται και μάλιστα με ταχύτατους ρυθμούς. Το μόνο που αλλάζει είναι το στυλ, η αισθητική επιλογή. Άλλοι ακούν Βίσσυ και Βανδή και είναι νεοδημοκρατοπασόκοι και «απολιτίκ» και άλλοι Manu Chau και Nick Cave και είναι αναρχοαυτόνομοι και αριστεροί κινηματίες κατά της παγκοσμιοποίησης. Οι μεν βλέπουν hollywood και οι δε ανεξάρτητο κινηματογράφο. Όλοι μαζί όμως εκστασιάζονται από το μηδενισμό του Ταραντίνο, του old Boy και του Sin City. Νεοφιλελεύθεροι και «παλαιοφιλελεύθεροι» αρχίζουν και συγκλίνουν στην αδυναμία αποδοχής της κοινωνικής πραγματικότητας και της ατομικής δημιουργίας εντός της. Σε άλλους το κενό και σε άλλους η απάθεια, σε άλλους η δυσφορία και σε άλλους η παραίτηση συνθέτουν το παζλ μίας κοινωνίας που αδυνατεί να αντιληφθεί τον εαυτό της και να τον αλλάξει.Ο «ναρκισσισμός των μικρών διαφορών», που θρέφεται ολοένα και περισσότερο σήμερα, προκαλεί το διαχωρισμό και την αμοιβαία περιφρόνηση. Η διάθεση μας να ενταχθούμε στο κοινωνικό σύνολο απωθώντας κομμάτια του εαυτού μας, μειώνεται και ο εκκοινωνισμός μας ατονεί. Δε βλέπουμε τον «άλλον» ως σύμμαχο ή ως κάποιον με τον οποίο έχουμε μία κοινή μοίρα, αλλά ως κάτι ξένο και απειλητικό, ή έστω αδιάφορο. Δε μπορούμε να αποδεχτούμε ότι ανήκουμε σε ευρύτερες ομάδες και κλεινόμαστε στον εαυτό. Η τέχνη και η δημιουργία ελαχιστοποιείται σε εμπόρευμα και η τεχνική ? τεχνολογία θεοποιείται, αφού πλέον δεν ονειρευόμαστε να αλλάξουμε έναν κόσμο που αδυνατούμε και να αναλύσουμε. Δεν ενδιαφερόμαστε καθόλου να μιλήσουμε μέσω της τέχνης με τους άλλους ανθρώπους, να κοινωνήσουμε μαζί τους, αλλά κυρίως να βγάλουμε λεφτά από αυτήν. Υπό αυτές τις συνθήκες το κοινό εύκολα βαριέται αφήνοντας τους καλλιτέχνες γυμνούς και όλοι καταλήγουμε να μισούμε έναν κόσμο που δεν τον καταλαβαίνουμε. Η καθημερινή δημιουργία γίνεται άρνηση, και ο εαυτός αποτελεί τη μόνιμη αναφορά. Η αποδοχή των ορίων, η επίγνωση των διαφορών μεταξύ όμοιων και οι επικείμενες συγκρούσεις ως εγγενείς της σχεσιακής ύπαρξης, η επιστροφή στη θέληση για κοινωνική δημιουργία η οποία αποτέλεσμα θα έχει την ατομική ανεξαρτησία και ελευθερία, η απόφαση ότι πρέπει ο κόσμος να ξανααναλυθεί, αλλά κυρίως να ξανααλλάξει με οδηγό νέες κοινωνικές επιθυμίες και φαντασιακά δεδομένα, αποτελούν άμεσες αναγκαιότητες τόσο για τη νεολαία όσο και για οποιοδήποτε αυτόνομο εντός των περιορισμών του, άνθρωπο. «Αν άτομα και ομάδες αναγνωρίζουν την αναπόφευκτη ύπαρξη της διαμάχης καίτοι επιχειρούν να την αποδραματοποιήσουν, αν αποδέχονται ότι η εξόρμηση του θανάτου και το άγχος θανάτου (που θρέφουν οι εξτρεμιστικές θρησκείες και οι ριζοσπαστικές ιδεολογίες) δεν μπορούν να ξεριζωθούν, αρμόζει έκτοτε να χρησιμοποιήσουμε τις θετικές πτυχές: ίσως τότε, βγαίνοντας κατά διαστήματα από την τύφλωση, την κωφότητα, την άρνηση, θα μπορέσουν αργά να επεξεργαστούν, χωρίς να παραγνωρίζουν τις εντάσεις τις εγγενείς στις ομάδες, στους οργανισμούς, στους θεσμούς, κοινωνίες πιο κατάλληλες να τις αντιλαμβάνονται, […] οι ουτοπίες είναι κινητήριες δυνάμεις και ότι οι κοινωνίες που δεν ονειρεύονται είναι κοινωνίες που πεθαίνουν».

Η ομοιογενοποίηση της πολιτικής και των ιδεολογιών από την παγκοσμιοποίηση.

Όπως έδειξε τόσο ο Michels στην αρχή του αιώνα όσο και οι φιλελεύθεροι θεωρητικοί Schumpeter και Downs σε ένα μεγάλο βαθμό, τα κόμματα γίνονται εκλογικοί μηχανισμοί που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η επανεκλογή τους στην εξουσία. Τα κόμματα διευρύνονται συνθέτοντας τεράστιους πολιτικούς οργανισμούς για να μπορέσουν να διευρύνουν την επιρροή τους σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Σήμερα πλέον η αριστερά και η δεξιά προγραμματικά, αλλά κυρίως κυβερνητικά, λένε και πραγματοποιούν τα ίδια πράγματα. Η διαπλοκή Μ.Μ.Ε. και πολιτικής, ομοιογενοποιεί ακόμα περισσότερο τις πολιτικές συμπεριφορές προς ένα «στυλ» διακυβέρνησης και όχι προς μία ουσιαστική προγραμματική διακυβέρνηση. Η αγοραία πολιτική δίνει την εικόνα ενός «ιππέα πάνω στο άλογο που απασχολείται περισσότερο με το να μην πέσει από αυτό παρά πως θα το κατευθύνει». Η λογική της εξουσίας στη πιο «παιδική» μάλιστα μορφή που «οπαδοποιεί» τους συμμετέχοντες και «ποδοσφαιροποιεί» την ανύπαρκτη κατά τα άλλα πολιτική, αποτελεί το στυλ των σημερινών πολιτικών νεολαίων τόσο εντός όσο και εκτός των πανεπιστημιακών χώρων. Οι υπόλοιποι επιζητώντας την αποπολιτικοποίηση παίρνουν πολιτική θέση χωρίς να το ξέρουν, μέσα σε μία ψευδαίσθηση ουδετερότητας επιζητώντας απλά την ησυχία τους σε ένα κόσμο που επειδή δε γνωρίζουν, φοβούνται. Τέλος αυτοί που επιλέγουν τον ατομικό δρόμο της απόρριψης της πολιτικής συμμετοχής πιστεύοντας ότι φτύνουν το χυδαίο σύστημα, αδυνατούν να δουν πως η ιδιώτευση τους απλά διαιωνίζει μία κατάσταση που τελικά μάλλον δεν τους πολυενοχλεί, αφού και εύκολα σχετικά εγκαταλείπουν την προσπάθεια για να την αλλάξουν. Ο πρόσκληση του φιλελευθερισμού για ιδιώτευση γίνεται τελικά αποδεκτή από πολλούς «κοινωνικούς αγωνιστές των 17 με 23 χρόνων».

Στο σύγχρονο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, που από τη δεκαετία του ΄80 βρίσκεται σε μία συνεχόμενη διαδικασία διεθνοποίησης και ανάληψης πολιτικών ευθυνών από υπερεθνικές ελίτ διεθνών συνασπισμών (Ε.Ε., Ν.Α.Τ.Ο., Δ.Ν.Τ., Ο.Η.Ε., Παγκόσμια Τράπεζα κ.ο.κ.), αισθανόμαστε ολοένα και πιο αδύναμοι μπροστά στα διεθνή κέντρα αποφάσεων και πιο αποξενωμένοι από την κεντρική, αλλά και την τοπική πολιτική σκηνή στην οποία πιστεύουμε ότι αδυνατούμε να παρέμβουμε και να συμμετάσχουμε. Το αίσθημα ότι δεν έχει καμία σημασία η συμμετοχή μας, γίνεται πραγματιστική βεβαιότητα, θεωρώντας τις πολιτικές αποφάσεις ξένες ως προς εμάς.
Αποχή και απάθεια που προκύπτει τόσο από την έλλειψη πίστης ότι μπορούμε να συμμετάσχουμε ουσιαστικά, αλλά και από την πίστη ότι οι αντιπρόσωποι μας αδυνατούν πλέον να εκπλήξουν, βγαίνοντας από το στερεοτυπικό πολιτικό πλαίσιο στο οποίο υπάγονται και δρουν, αποτελούν τη σημερινή πολιτική συμπεριφορά μας ως πολιτικά αδιάφορων νέων. Το άτομο «δεν αναζητά μάλλον γνώση, αλλά πίστη και ακριβέστερα βεβαιότητα πίστης», έτσι απομακρυνόμενο από την πολιτική αναζητά την πίστη σε άλλα πεδία που έχουν αυτοαναφορικό χαρακτήρα, αφού πλέον η συλλογική πολιτική αναφορά οπισθοχωρεί. Μία άλλη δυνατότητα βέβαια είναι να αναπτύξουμε έναν αντιεξουσιαστικό όχι απαραίτητα αναρχικό, αλλά αντιπολιτικό λόγο σε σχέση με το υπάρχον, αναζητώντας τις αναφορές πλέον είτε στο μακρινό και καλύτερο ? ένδοξο παρελθόν, είτε σε ένα εξιδανικευμένο μέλλον. Η προγονολατρία βρίσκει εδώ το πεδίο έκφρασης της, οι νεορατσισμοί και οι νεοφασισμοί αναδύονται ως επικίνδυνη καρικατούρα.

Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και των ιδεολογιών.

Η ήττα του υπαρκτού σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση, αποτελεί ήττα όλης της αριστεράς, ακόμα και των συγγενικών ιδεολογικών τάσεων της σοσιαλδημοκρατίας, της κεντροαριστεράς και λοιπών σοσιαλιστικών κομμάτων. Η διαδικασία αυτή είχε βέβαια εμφανή επιρροή στο σύνολο του πλανήτη και όχι μόνο στην Ελλάδα.
Σταδιακά δεν ηττάται μόνο πολιτικά η αριστερά, αλλά και πολιτιστικά Η πτώση της αριστερής ταυτότητας, έχει σαν άμεσο αντίκτυπο και την πτώση της δεξιάς ταυτότητας και την περαιτέρω ομοιογενοποιητική διαδικασία αντιλήψεων και συμπεριφορών. Και τούτο γιατί με την οπισθοχώρηση του εχθρού χάνεται και ο φίλος, η ταυτότητα καλείται να δομηθεί μόνο θετικά και χάνει έτσι τη θέαση του αντιπάλου, του άλλου άρα και του κόσμου. Ο όμοιος είναι τόσο δυσδιάκριτος όσο και ο διαφορετικός και ο εαυτός γίνεται το προνομιακό πεδίο ενασχόλησης έξω από εχθρούς και φίλους, έξω από τη κοινωνία, έξω από σχέσεις. Το κενό ζητά νέους αντιπάλους έτοιμο να αποδεχτεί κάθε «χάρτινο» αντίπαλο για λίγο καιρό, πριν τον αλλάξει για κάποιον άλλο εχθρό ακόμα πιο εφήμερο και παροδικό. Πλέουμε στη θάλασσα των γνωστών που σε συνθήκες εφορίας – τέτοιες που περισσότερο ή λιγότερο απολαμβάνει το σύνολο της ελληνικής και δυτικής, αστικής νεολαίας κυρίως – δεν αφήνουν πεδίο για έχθρες, έτσι ώστε μπροστά στη θέαση του «πολύ» που μπορεί να κερδηθεί και με τη σύγκρουση, να επιλέγεται το «λίγο» που διασφαλίζεται από την υποταγή και την απόσταση. Γινόμαστε παθητικοί αποδέκτες του τίποτα δομώντας το κενό. Η μεγέθυνση της πίστης μέσα από τελετουργικά και διαδικασίες συνεύρεσης χάνεται. Η πολιτική γίνεται ατομική υπόθεση, τα κόμματα, τα συνδικάτα, οι ενώσεις απομαζικοποιούνται, η συμμετοχή οπισθοχωρεί. Η πολιτική γίνεται πεδίο τεχνοκρατών και διαχειριστών της εξουσίας, θεώρηση που αρχίζει να νομιμοποιείται στην κοινωνία (μονεταρισμός). Η ουσιαστική αδυναμία άσκησης οποιασδήποτε μορφής πολιτικής και η διαχειριστική στροφή, οδήγησε στη διάλυση όλου του πολιτικού φάσματος και τελικά στην ήττα όλων των πολιτικοοικονομικών μεγάλων αφηγήσεων συμπεριλαμβανομένου του κομμουνισμού, του σοσιαλισμού αλλά και αυτού του ίδιου του υποτιθέμενου νικητή του φιλελευθερισμού. Αυτό που έμεινε είναι η πραξεολογία του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος και η φυσικοποίηση του σήμερα ως να υπήρχε από πάντα σε όλα του τα επίπεδα. Αποσυνδεόμαστε από την ιστορία μας, το χρόνο και το χώρο χάνοντας επαφή με την εθνική συγκρότηση, την κοινωνική ύπαρξη, το χώρο και τη σημασία της παράδοσης, της παραγωγής και της κουλτούρας, της ιδιαιτερότητας μας. Ο ανιστορικός νέος δεν έχει πατρίδα, θρησκεία, ιδεολογία καθώς ακόμα και όταν πιστεύει ή διατείνεται ότι την έχει σε μέγιστο βαθμό δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της, την ιστορικότητα της αλλά το μόνο που ξέρει είναι ότι τα πράγματα ήταν πάντα έτσι και έτσι θα είναι. Τι μεγαλύτερη αιτιολόγηση από τη φυσική σταθερότητα του ταχύτατα εξελισσόμενου ατομικιστικού μας κόσμου χρειαζόμασταν για να οδηγηθούμε στην απάθεια και την αποστασιοποίηση από κάθε φιλοδοξία αλλαγής; Το τέλος της μεταπολίτευσης στα 1990 σήμανε και το τέλος του κεϋνσιανισμού στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τα κατώτερα στρώματα να πάψουν να απολαμβάνουν την κοινωνικοοικονομική άνοδο και την αύξηση του βιοτικού επιπέδου και του αισθήματος της ασφάλειας γενικότερα. Η αύξηση της μετανάστευσης μετά το 1990 από το πρώην ανατολικό μπλοκ άλλαξε δραματικά την κοινωνιολογική σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας, αυξάνοντας δραματικά την ξενοφοβία και την εργασιακή ανασφάλεια με τους «εφεδρικούς στρατούς εργασίας» που ο νεοφιλελεύθερος εκσυγχρονισμός πρωτίστως επέτρεψε, αν όχι επέβαλε στην Ελλάδα. Το ΄89 με το σκάνδαλο Κοσκωτά το επικοινωνιακό κατεστημένο των Μ.Μ.Ε. εγκαθίσταται στην πολιτική σκηνή, αντικαθιστώντας τους πολιτικούς, από το δημοσιογράφο ? καναλάρχη και την πολιτική, από το θέαμα και το τηλεοπτικό προϊόν. Οι διανοούμενοι, κακέκτυπα του παρελθόντος δεν ενδιαφέρονται να αμφισβητήσουν την εξουσία, αλλά να τη δικαιολογήσουν ή στη καλύτερη περίπτωση να σωπάσουν με αντάλλαγμα κάποιο δημοσιογραφικό βήμα ή μια ακαδημαϊκή εξασφάλιση, μέσα στις ενοχές τους για το κομουνιστικό παρελθόν τους από το οποίο απεγνωσμένα προσπαθούν να αποκοπούν και να μη χρεωθούν.

Μία ψυχολογική προσέγγιση. Η ανομία και η δυσφορία του πολιτισμού.

Ο Freud στο έργο του Τοτέμ και ταμπού (1914) τόνιζε πως «η ανθρωπότητα γεννιέται από ένα έγκλημα που διαπράχθηκε από κοινού». Ο Κ.Καστοριάδης τονίζει πως το άτομο από «τρελό» και σπαρασσόμενο από όλες τις αντινομίες του, έξω από την κοινωνία, αρχίζει με τον εκκοινωνισμό να γίνεται «λογικό» και να συμπεριφέρεται σε συμφωνία με τα αισθήματα του. Οι θεσμοί, οι νόμοι δίνουν το αίσθημα του κοινού και του «ανήκειν», που κάθε άνθρωπος κατά τον Durkheim έχει ανάγκη. Το άτομο δε μπορεί να ζει στην εσωτερική «αναρχία» και αταξία και επιζητεί μία συλλογική ταυτότητα, για να επιβεβαιώσει τις προσωπικές του επιλογές.
Οι δεσμοί που αναπτύσσουμε στα διάφορα επίπεδα συλλογικής ταυτότητας είναι ισχυροί συναισθηματικοί δεσμοί, που ενισχύουν την κοινότητα και την ειρήνη μέσα σε αυτήν, αφού πλέον ομονοούμε, διαφωνώντας λιγότερο, ενώ οι όποιες αντιρρήσεις με την εκπολιτιστική διαδικασία του εκκοινωνισμού, οδηγούνται στο πεδίο της λεκτικής σύγκρουσης, του αθλητισμού, της τέχνης κ.ο.κ.. Το έθνος, η ταξική συνείδηση, το φύλο, έπαιξαν αυτό το ρόλο μίας κοινής μοίρας, ενοποιώντας ευρύτερα πληθυσμιακά σύνολα κάτω από έντονους συναισθηματικούς δεσμούς.
Τόσο η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, όσο και της υπέρμετρης κατανάλωσης, αίροντας τους χρόνιους συναισθηματικούς δεσμούς ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων, εντείνουν τη δυσφορία και τη βία. Το πολιτιστικό συμβάν, γίνεται κατανάλωση και θέαμα, το οποίο καταναλώνουν αδιάφορα άτομα που συμβιούν μέσα σε μία κοινωνία που αποσυντίθεται σε κομμάτια και ο εκκοινωνισμός προτρέπει στη μοναξιά και την εξατομίκευση.
Ήδη, η ανομία του Durkheim, το μεσοδιάστημα δηλαδή ανάμεσα σε δύο εποχές, είναι εμφανής. O σχετικισμός του μεταμοντέρνου κόσμου, αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο, ή το κοίλον της ιστορίας είναι εδώ . Η δυσφορία αυτή, εντείνεται από την οικονομική ανασφάλεια, την άρση της κοινωνικής κινητικότητας και την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Μια εποχή που επιτρέπει την έκφραση και προσφέρει δυνατότητες. Έτσι, απαιτείται ακόμα και από τον σιωπηλό να μιλήσει, ενώ ο ενεργητικότερος αυτοϊκανοποιείται με την ολοένα και διογκωμένη επιδειξιομανία του. Ο οποιοσδήποτε, αποκτά δυνατότητα έκφρασης, κάτι που σήμερα έχει ζήτηση από τα reality show, και τις εκπομπές της καθημερινότητας, του κουτσομπολιού και της διαφάνειας του εαυτού. Πλέον βήμα έχουν οι πάντες, όλοι είναι παρουσιαστές και όλοι είναι κοινό, έτσι ώστε τελικά κανείς να μην ακούει κανέναν και σε κάθε περίπτωση να μη μπορεί και να διακρίνει το οτιδήποτε. Η ψευδαίσθηση αυτής της αυτοκατεύθυνσης δομεί τη σύγχρονη πλάνη, την πλάνη της αυτονομίας και της χειραφέτησης έξω από το κοινωνικό σύνολο ως μια ατομική υπόθεση.
Την ίδια στιγμή που χάνουμε την ελπίδα μας για δημιουργία και αλλαγή ή βελτίωση και απομυθοποιείται η πίστη της προόδου, η δυσφορία γίνεται μίσος και μία νέα εχθρότητα βρίσκει πεδίο. Η ικανοποίηση των αναγκών παύει και η ευτυχία σήμερα αμφισβητείται.
Ο Μάης του ΄68, η πολιτική κινητοποίηση των δεκαετιών του ΄50 έως και το ΄80, ώθησαν την επιθυμία σε έναν μαξιμαλισμό, που πλέον δύσκολα μπορεί να ικανοποιηθεί. Η επαναλαμβανόμενη ύβρις, το ξεπέρασμα δηλαδή των ατομικών ορίων και αξιών, μας οδηγεί στον κυνισμό και την απάθεια ή σε μία αρνητικότητα, που εκφράζεται σε κάθε περίπτωση μέσα στην κοινωνική ζωή.
Η ναρκισσιστική ικανοποίηση του κάθε σωτήρα ο οποίος θεωρεί ότι οι άλλοι οφείλουν να κάνουν κάτι, που προφανώς ο ίδιος ως ανώτερος πραγματοποιεί, τον πείθει για την αξία και σημασία πρωτίστως της υπάρξεως του και δευτερευόντως του σκοπού που υπηρετεί. Ο Νίκος Καζαντζάκης μας λέει πως δεν έχει σημασία αν αυτό που πιστεύεις είναι σωστό ή λάθος, αρκεί να πιστεύεις κάπου, έτσι ώστε να μπορέσεις να δημιουργήσεις, να βρεις αναφορά, να μη χαθείς, να ζήσεις.
Η «εποχή του κενού» και της απάθειας δημιουργεί δυσφορία, ενώ θα έπρεπε η δόμηση μας να γίνεται πάνω στην εμπιστοσύνη, σε μια οντολογική ασφάλεια δηλαδή, που μειώνει τη διακινδύνευση, άρα και το φόβο. Η επιστροφή μιας βεβαιότητας, μιας σιγουριάς, μιας οντολογικής ασφάλειας είναι το ζητούμενο. Η αναζήτηση νέας πίστης, νέας σιγουριάς αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα. Αν δεν βρει ο δυτικός άνθρωπος μια νέα νομιμοποίηση των πράξεων του, θα παλινδρομεί στο κενό. Σήμερα η αναζήτηση γίνεται αυτοσκοπός και η κατανάλωση πρακτική εφαρμογή της. Εύκολα αλλάζουμε πλέον περιβάλλοντα, όχι από συνήθεια που θα παρείχε κάποια ασφάλεια, αλλά από ανάγκη. Την ανάγκη μας για πίστη. Ο άλλος δεν είναι όπως στο παρελθόν ο εχθρός ή ο ύποπτος εν γένει. Κανείς δεν ασχολείται με τους ανθρώπους και τα πράγματα σε βάθος. Υπάρχει μια ευγενική αποστασιοποίηση, μία ειρηνική απάθεια. Έτσι ο αριστερός διαβάζει δεξιά έντυπα, συνομιλεί ο χριστιανός με βουδιστές, όχι στη βάση της κατανόησης που οι σοσιαλφιλελεύθεροι πιστεύουν, αλλά στη βάση της αδιαφορίας του ποιος είναι ο άλλος.
Ο καταναλωτισμός «πολιτισμών», η κουλτούρα του εμπορεύματος και του φολκλόρ.

Ο Paul Ricoer στο έργο του «Πολιτισμοί και Εθνικές Κουλτούρες» λέει: «[…] τη στιγμή που ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν πολυάριθμες κουλτούρες αντί μίας και μόνον και επομένως τη στιγμή κατά την οποία αναγνωρίζουμε το τέλος ενός είδους πολιτιστικού μονοπωλίου, φανταστικού είτε πραγματικού, απειλούμαστε με την καταστροφή της δικής μας ανακάλυψης. Ξαφνικά παρουσιάζεται το ενδεχόμενο να υπάρχουν μόνο άλλοι, εμείς οι ίδιοι να είμαστε «άλλος μεταξύ άλλων». Το σύνολο της ανθρωπότητας έγινε ένα φανταστικό μουσείο: «που θα πάμε αυτό το Σαββατοκύριακο, θα επισκεφτούμε τα ερείπια του Ανκόρ ή θα κάνουμε περίπατο στο Τίβολι της Κοπεγχάγης;» Οι θεωρητικοί της σχολής της Φραγκφούρτης ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την εμπορευματοποίηση και τη μαζική κουλτούρα. Τόσο οι T.Adorno, H.Marcuse, αλλά και ο M.Horkheimer, μίλησαν για τη σημερινή εποχή, ως την εποχή της εργαλειοποίησης και της πραγμοποίησης. Τα πάντα, είπαν, ακολουθώντας τον G.Lukacs, αποκτούν σήμερα μία σχέση χρησιμοθηρική.
Όταν βλέπουμε ένα δέντρο ενδιαφερόμαστε για τη ξυλεία του και όχι για τον ίσκιο του, όταν συνάπτουμε σχέσεις με κάποιον άλλο, αναρωτιόμαστε που μπορεί να μας φανεί χρήσιμος, και γενικά από το κάθε τι που συμμετέχουμε θέλουμε να προκύψει ένα όφελος. Άνθρωποι, πράγματα, ιδέες, είναι προς πώληση και η σχέση που αποκτάται μαζί τους, είναι εμπορευματική ή καταναλωτική. Η αγορά θριαμβεύει, καθώς τα πάντα γίνονται εμπόρευμα: άνθρωποι, συναισθήματα, ιδέες, απόψεις.
Καταναλώνουμε τα πάντα, όλοι μαζί και μαζικά. Καταναλώνουμε τροφές και ρούχα, καταναλώνουμε σχέσεις (αύξηση διαζυγίων, πολλές αλλαγές συντρόφων, φίλων κ.ο.κ.), καταναλώνουμε ιδεολογίες (γρήγορες αλλαγές από την αριστερά προς τη δεξιά και ανάποδα, από το χριστιανισμό στο βουδισμό και από εκεί στην αθεϊα κ.ο.κ.), καταναλώνουμε πολιτισμό, όπως επισημαίνει και ο Paul Ricoer.
Ο πολιτισμός στο σύγχρονο κόσμο έχει γίνει εμπόρευμα. Αναπαράγεται ως φολκλόρ για τους τουρίστες ή ως θέαμα. Η δρώσα καθημερινή δυναμική του νεκρώνεται. Το ζητούμενο δεν είναι για παράδειγμα ο ελληνικός πολιτισμός, η ελληνική ταινία που θα γυρίσει κάποιος σκηνοθέτης και θα αναπαριστάνει το παρόν ή κάποιο ιστορικό γεγονός του παρελθόντος, αλλά η ίδια η επιλογή του να γυριστεί μία ταινία με βασικότερο κριτήριο το κέρδος ή την αναγνώριση. Οι έννοιες τέλος, επανοικειοποιούνται και χάνουν κάθε νόημα. Η «επανάσταση», πλέον, γίνεται και στα ζυμαρικά, ενώ «επαναστατικά» γυαλιά ηλίου και κάθε άλλο επαναστατικό προϊόν και μη, ισοπεδώνει την έννοια της επανάστασης, όπως και ένα σύνολο από έννοιες εξαιτίας της αλόγιστης χρήσης τους.

Στην εποχή του κενού, της ασημαντότητας και του ναρκισσισμού.

Η επιθυμία να διατηρούνται όλες οι επιλογές ανοιχτές και να υπάρχουν, ο φόβος της δέσμευσης, αλλά κυρίως η εσωτερική κενότητα και η δήθεν παρουσία, αποτελούν τα χαρακτηριστικά του νάρκισσου, του μοναχικού πλήθους και όχι η αγάπη για τον εαυτό, που ως πτυχή της ατομικότητας υπήρχε από πάντα. Ο νάρκισσος ποτέ του δεν καταλαβαίνει πως «είναι το εξ ανακλάσεως είδωλο του […] δεν έχει καμία αντίληψη της διαφοράς του εαυτού του από τον περίγυρο του». Ο άνθρωπος αρχίζει και επιζητά τα πάντα να συμβούν με το δικό του τρόπο. Εξοργίζεται και αγανακτεί με τα όρια και τους περιορισμούς της ύπαρξης του, που δίνουν το δικαίωμα της ύπαρξης και της επιθυμίας και στους άλλους, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η απόλυτα εκχυδαϊσμένη κατά τον τρόπο αυτό ελευθερία του, όπου ο κάθε ένας απαιτεί και ένα σύμπαν για τον εαυτό του. Και τούτο συνθέτει το σύγχρονο νάρκισσο, όχι ως το άτομο που ασχολείται μόνο με τον εαυτό του, αλλά ως αυτόν που θεωρεί ότι τα πάντα κινούνται γύρω του. Το ξεπέρασμα των ορίων, υιοθετήθηκε στη φιλοσοφία από το Νίτσε και πολλούς μεταμοντέρνους, από τις θρησκείες με τη μετά θάνατο ζωή, από την τεχνολογία με την καθυπόταξη της φύσης, από τη γενετική και την εφαρμογή της νέας τεχνολογίας των επικοινωνιών στο μετάνθρωπο, στην πολιτική φιλοσοφία από τον κομμουνισμό και το ναζισμό και πλέον ξεκάθαρα από τον νεοφιλελευθερισμό της ανάπτυξης και έφτασε ακμαία ηθική επιταγή ως τις μέρες μας, όπου ο θάνατος εξοβελίζεται από την καθημερινότητα του δυτικού ανθρώπου και τα όρια χάνονται σε μια καθολική ύβρη. Το ζητούμενο για πολλούς σήμερα είναι: «[…] το πως θα απελευθερωθεί η ανθρωπότητα και από το βραχνά των μύθων και από τη μυθοποίηση της απομυθοποίησης τους και προπαντός, από κάθε τυραννία που υπηρετούν οι μύθοι ή η εκκοσμίκευση, η θρησκευτική φρεναπάτη και η άθρησκη φενάκη». Όμως, η πίστη αυτή λέει ο Σάββας Μιχαήλ, είναι η επανάσταση, ο νέος δηλαδή μεσσιανισμός, η πίστη στην ύπαρξη της νέας ουτοπίας. Όπως και ο Μαρξ είπε, «δεν πρέπει ο άνθρωπος ούτε να κατακτήσει τη φύση (εκκοσμίκευση), ούτε να παλινδρομεί ρομαντικά στη μήτρα της (μύθος), αλλά να συμφιλιωθεί μαζί της». Το ξεπέρασμα της εκκοσμίκευσης και του μύθου, είναι η παραδοχή και αποδοχή της ύπαρξης του ανθρώπου και όχι η απόκρυψη ή η προσπάθεια ανατροπής τους. Δυστυχώς οι μαρξιστές αυτό το … παρέκαμψαν! Η δυτική κοινωνία και η νεολαία, πρέπει να πάψει να φεύγει από το θάνατο με την κατάργηση του πένθους, με το lifting και τις έρευνες για την παράταση της ζωής και την αποφυγή ή καλύτερα την κάλυψη της γήρανσης, με τη θεραπευτική μανία, με την περιθωριοποίηση των ηλικιωμένων κ.ο.κ. Η θνητότητα, η φθορά, είναι η αποδοχή των ορίων και η ισορροπία στο χείλος της αβύσσου , η απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο και εξωκοινωνικά δοσμένο, άρα η δημιουργία είναι υπόθεση κοινωνική και η κοινωνία αποτελεί και τη μόνη νομιμοποιητική αρχή της. Ο άνθρωπος και ο χρόνος αποκτούν σχέση, με την εγκατάλειψη της πίστης της αθανασίας και την αποδοχή του τέλους. Ο χρόνος αποκτά σημασία, αφού πλέον είναι ο χρόνος του καθένα, που μέσα σ΄ αυτόν βλέπει το παρελθόν και το μέλλον του, να του ανήκει. Συλλογικότητα είναι πολλά. Είναι τα στέκια, οι ιδεολογικές ομαδώσεις, οι πολιτιστικές και πολιτικές συνευρέσεις, οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι και οι σύλλογοι κεντήματος, οι οργανώσεις, οι κοινότητες, το έθνος. Ζούμε μέσα σε αυτές και μόνο μέσα σε αυτές και σχετικά με αυτές, με το παρελθόν και την ιστορική του εξέλιξη, μπορούμε να αντιληφθούμε τα έργα μας και τον εαυτό μας ως κοινωνικό υποκείμενο και άρα μόνο τότε να μπορέσουμε να αυτονομηθούμε και να αγγίξουμε την ελευθερία που γνωρίζει όρια, που γνωρίζει τον εαυτό της, ως δημιουργία και άρα δύναται και να την αμφισβητήσουμε. Ούτως ή άλλως, η εξατομίκευση είναι απλά ένα μύθευμα, καθώς αν υπήρχε θα μπορούσε το άτομο να υπάρξει και εξωκοινωνικά. Η σημερινή τάση προς τον ατομικισμό, δεν είναι μία πραγματικότητα απομόνωσης του ατόμου στον κόσμο του όπου την κοινωνία απλά την χρησιμοποιεί, αλλά η εσωκοινωνική συμπεριφορά εχθρότητας έναντι της κοινωνίας δηλαδή η στάση εχθρότητας στη σχέση των ανθρώπων, η σύγχρονη εσωκοινωνική ζούγκλα. Ο σύγχρονος ατομικισμός δεν διαλύει την κοινωνία όπως πολλοί πιστεύουν, απλά την μετασχηματίζει σε μία κοινωνία τεράτων. Μόνο όταν αντιληφθούμε ότι από σχέσεις καθοριζόμαστε και σχέσεις ορίζουμε, μόνο όταν καταλάβουμε ότι ταυτόχρονα ορίζουμε κοινωνία και καθοριζόμαστε από αυτήν, θα διαπιστώσουμε ότι το συμφέρον και η ωφέλεια μας επανορίζονται. Και μόνο όταν αυτές οι σχέσεις είναι υγιείς όταν δηλαδή μπορέσουμε να δημιουργήσουμε και να ζήσουμε αυτό που οι περιορισμοί μας μάς επιτρέπουν. Την ελευθερία, που είναι και το μόνο ζητούμενο…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Ζητήματα Υποκειμένου - Κοινωνικές Αναλύσεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s